Πίνακας Περιεχομένων
Μία από τις πιο κοινές χρήσεις του GIMP είναι να επιδιορθώνει εικόνες ψηφιακής κάμερας που για κάποιο λόγο δεν είναι τέλειες. Ίσως η εικόνα είναι υπερεκτειθεμένη ή υποεκτειθεμένη· ίσως κάπως περιστραμμένη ή εκτός εστίασης: όλα αυτά είναι κοινά προβλήματα για τα οποία το GIMP έχει καλά εργαλεία. Ο σκοπός αυτού του κεφαλαίου είναι να σας δώσει μια επισκόπηση αυτών των εργαλείων και των καταστάσεων στις οποίες είναι χρήσιμο. Δεν θα βρείτε λεπτομερή μαθήματα εδώ: στις περισσότερες περιπτώσεις είναι πιο εύκολο να μάθετε τη χρήση των εργαλείων πειραματιζόμενοι με αυτά παρά διαβάζοντας για αυτά. (Επίσης, κάθε εργαλείο περιγράφεται πιο διεξοδικά στην ενότητα βοήθεια που είναι αφιερωμένη σε αυτό.) Επίσης δεν θα βρείτε τίποτα σε αυτό το κεφάλαιο για το πλήθος των "ειδικών εφέ" που μπορείτε να εφαρμόσετε σε μια εικόνα χρησιμοποιώντας το GIMP. Πρέπει να είσαστε εξοικειωμένος με τις βασικές έννοιες του GIMP πριν να διαβάσετε αυτό το κεφάλαιο, αλλά σε κάθε περίπτωση δεν χρειάζεται να είσαστε ειδικός - εάν είσαστε, θα ξέρετε προφανώς τα περισσότερα από αυτά. Μην διστάσετε να πειραματιστείτε: Το ισχυρό σύστημα "αναίρεσης" του GIMP, σας επιτρέπει να επανέλθετε από σχεδόν κάθε λάθος με ένα απλό Ctrl+Z.
Συνήθως τα πράγματα που θέλετε να κάνετε για να καθαρίσετε μια ατελή φωτογραφία είναι τεσσάρων μορφών: βελτίωση της σύστασης, βελτίωση των χρωμάτων, βελτίωση της οξύτητας και αφαίρεση παρασίτων ή άλλων ανεπιθύμητων στοιχείων της εικόνας.
Είναι εύκολο, όταν τραβάτε μια φωτογραφία, να κρατάτε την κάμερα όχι απόλυτα κάθετη, με αποτέλεσμα μια εικόνα όπου τα πράγματα έχουν κλίση υπό γωνία. Στο GIMP, ο τρόπος για να διορθώσετε αυτό είναι να χρησιμοποιήσετε το εργαλείο Περιστροφή. Ενεργοποιήστε το πατώντας στο εικονίδιό του
στην Εργαλειοθήκη ή πατώντας το Shift+R ενώ βρίσκεστε μέσα στην εικόνα. Βεβαιωθείτε ότι οι επιλογές εργαλείου είναι ορατές και, στο επάνω μέρος, βεβαιωθείτε ότι για την επιλογή «Μετασχηματισμός:» είναι επιλεγμένο το αριστερό πλήκτρο («Μετασχηματισμός στρώσης»). Εάν στη συνέχεια πατήσετε με το ποντίκι μέσα στην εικόνα και τη σύρετε, θα δείτε την εικόνα να περιστρέφεται καθώς σύρετε. Όταν η εικόνα φαίνεται σωστή, πατήστε στην επιλογή , ή πατήστε Enter και η εικόνα θα περιστραφεί.
Στην πραγματικότητα, βέβαια, δεν είναι εύκολο να τοποθετηθούν τα αντικείμενα σωστά έτσι. Συχνά, βρίσκετε ότι είναι καλύτερα, αλλά όχι τέλεια. Μια λύση είναι να περιστρέψετε λίγο ακόμα, αλλά το μειονέκτημα σ' αυτή τη μέθοδο είναι ότι κάθε φορά που περιστρέφετε την εικόνα, τα περιστρεφόμενα εικονοστοιχεία δεν τακτοποιούνται με τα αρχικά επακριβώς, η εικόνα αναπόφευκτα θολώνει κάπως. Για μια περιστροφή το ποσοστό θόλωσης είναι σχετικά μικρό, αλλά δυο περιστροφές προκαλούν διπλάσια θόλωση και δεν υπάρχει λόγος να θολώσουμε τα αντικείμενα περισσότερο από όσο πρέπει. Μια καλύτερη προσέγγιση είναι αναίρεση της περιστροφής και έπειτα να κάνετε μια άλλη ρύθμιση της γωνίας.
Ευτυχώς, το GIMP παρέχει έναν άλλο τρόπο για να το κάνετε αυτό που είναι σημαντικά πιο εύκολος στη χρήση: στις Επιλογές εργαλείου περιστροφής, για την κατεύθυνση μετασχηματισμού μπορείτε να επιλέξετε "Διόρθωση (Προς τα πίσω)". Όταν το κάνετε αυτό, αντί να περιστρέψετε την εικόνα για να αντισταθμίσετε το σφάλμα, μπορείτε να περιστρέψετε το πλαίσιό της για να ευθυγραμμιστεί με το σφάλμα. Εάν αυτό σας φαίνεται περίπλοκο, δοκιμάστε το και θα δείτε ότι είναι αρκετά απλό.
Αφού περιστρέψατε μια εικόνα, θα υπάρχουν δυσάρεστες τριγωνικές "οπές" στις γωνίες. Ένας τρόπος διόρθωσης τους είναι η δημιουργία παρασκηνίου που γεμίζει τις οπές με κάποιο διακριτικό ή ουδέτερο χρώμα, αλλά συνήθως είναι πιο καλό να περικοπεί η εικόνα. Όσο μεγαλύτερη η περιστροφή τόσο περισσότερη χρειάζεται περικοπή, έτσι είναι άριστο να ευθυγραμμίζεται όσο το δυνατόν καλύτερα η κάμερα όταν τραβάτε την φωτογραφία εξαρχής.
Όταν φωτογραφίζετε με ψηφιακή κάμερα, ελέγχετε κάπως τι θα περιέχει η εικόνα, αλλά συχνά όχι όσο θα θέλατε: αποτέλεσμα εικόνες που θα μπορούσαν να επωφεληθούν από περικοπή. Πέρα από αυτό, είναι συχνά δυνατό να βελτιωθεί η απήχηση της εικόνας περικόπτοντας την, ώστε τα πιο βασικά στοιχεία να τοποθετηθούν σε κομβικά σημεία. Ένας πρόχειρος κανόνας, όχι πάντα σωστός, αλλά να τον έχετε στο μυαλό είναι ο «κανόνας των τρίτων», που λέει ότι η μέγιστη επίδραση παίρνεται τοποθετώντας το κέντρο του ενδιαφέροντος ένα τρίτο του δρόμου κατά μήκος της εικόνας, ταυτόχρονα κατά πλάτος και ύψος.
Για να περικόψετε μια εικόνα, ενεργοποιήστε το εργαλείο Περικοπή στην εργαλειοθήκη ή πατήστε Shift+C ενώ βρίσκεστε μέσα στην εικόνα. Με το εργαλείο ενεργό, πατώντας και σύροντας στην εικόνα θα σαρωθεί ένα ορθογώνιο περικοπής. Όταν όλα είναι τέλεια, πατήστε Enter. Σημείωση: εάν η στις Επιλογές Εργαλείου Περικοπής είναι απενεργοποιημένη, το περικομμένο τμήμα δεν θα αφαιρεθεί από την εικόνα, αλλά μόνο η ορατή περιοχή της εικόνας θα προσαρμοστεί.
Παρά τα εξελιγμένα συστήματα ελέγχου έκθεσης, οι φωτογραφίες που παίρνονται με ψηφιακές κάμερες είναι συχνά υπερεκτεθειμένες ή υποεκτεθειμένες ή με χρωματικές αποχρώσεις που οφείλονται σε ατέλειες φωτισμού. Το GIMP σας δίνει μια ποικιλία εργαλείων για να διορθώσετε τα χρώματα σε μια εικόνα, από αυτοματοποιημένα εργαλεία που λειτουργούν με ένα απλό πάτημα, μέχρι υψηλά εξελιγμένα εργαλεία που σας δίνουν πολλές παραμέτρους ελέγχου. Θα αρχίσουμε με τα πιο απλά.
Το GIMP σας παρέχει πολλά αυτοματοποιημένα εργαλεία διόρθωσης χρωμάτων. Δυστυχώς, δεν σας δίνουν συνήθως ακριβώς τα αποτελέσματα που ψάχνετε, αλλά χρειάζονται μόνο λίγο χρόνο για να τα δοκιμάσετε και, αν μη τι άλλο, συχνά σας δίνουν μια ιδέα για ορισμένες από τις δυνατότητες που ενυπάρχουν στην εικόνα. Εκτός από τις "Αυτόματα στρώσεις", μπορείτε να βρείτε αυτά τα εργαλεία ακολουθώντας τη διαδρομή μενού → στο κύριο μενού.
Λίγα λόγια για το καθένα τους:
Αυτή η πολύ ισχυρή ρύθμιση προσπαθεί να απλώσει τα χρώματα στην εικόνα ομοιόμορφα στην περιοχή των δυνατών εντάσεων. Σε κάποιες περιπτώσεις το αποτέλεσμα είναι εκπληκτικό, εμφανίζοντας αντιθέσεις που δύσκολα παίρνετε αλλιώς. Πιο συχνά όμως, κάνει την εικόνα να δείχνει περίεργη, αλλά παίρνει μόνο μια στιγμή να δοκιμάσετε.
Αυτό μπορεί να βελτιώσει εικόνες με φτωχό λευκό ή μαύρο αφαιρώντας λίγο χρησιμοποιημένα χρώματα και επεκτείνοντας την υπόλοιπη περιοχή όσο το δυνατό πιο πολύ.
Αυτό είναι χρήσιμο για εικόνες με υποέκθεση: προσαρμόζει ολόκληρη την εικόνα έως ότου το φωτεινότερο σημείο είναι ακριβώς στο όριο κορεσμού και το πιο σκοτεινό σημείο είναι μαύρο. Το μειονέκτημα είναι ότι η ποσότητα φωτεινότητας καθορίζεται εξ ολοκλήρου από τα φωτεινότερα και πιο σκοτεινά σημεία της εικόνας, επομένως ακόμη και ένα μεμονωμένο λευκό εικονοστοιχείο ή/και ένα μόνο μαύρο εικονοστοιχείο θα καταστήσει την κανονικοποίηση αναποτελεσματική. Λειτουργεί ανεξάρτητα στα κόκκινα, πράσινα και γαλάζια κανάλια. Συχνά έχει το χρήσιμο αποτέλεσμα της μείωσης του χρωματισμού.
Κάνει το ίδιο όπως το επέκταση αντίθεσης, αλλά δουλεύει στο χρωματικό χώρο HSV αντί RGB. Διατηρεί την απόχρωση.
Αυτή η εντολή αυξάνει την περιοχή κορεσμού των χρωμάτων στη στρώση, χωρίς μεταβολή φωτεινότητας ή χροιάς. Έτσι αυτή η εντολή δεν δουλεύει σε εικόνες γκρι κλίμακας.
Αυτό γίνεται επιλέγοντας → στο κύριο μενού και, στη συνέχεια, πατώντας το πλήκτρο κοντά στο κέντρο του διαλόγου. Θα δείτε μια προεπισκόπηση του αποτελέσματος. Πρέπει να πατήσετε για να τεθεί σε ισχύ. Αντίθετα, εάν πατήσετε , η εικόνα σας θα επανέλθει στην προηγούμενη κατάστασή της.
Αν μπορείτε να βρείτε ένα σημείο στην εικόνα που θα έπρεπε να είναι τέλεια λευκό και ένα δεύτερο σημείο που θα έπρεπε να είναι τέλεια μαύρο, τότε μπορείτε να χρησιμοποιήσετε το εργαλείο στάθμες για να κάνετε μια ημιαυτόματη ρύθμιση που συχνά θα κάνει καλή δουλειά στη διόρθωση τόσο της φωτεινότητας (brightness) όσο και των χρωμάτων σε όλη την εικόνα. Αρχικά, εμφανίστε το εργαλείο σταθμών όπως περιγράφηκε προηγουμένως. Τώρα, κοιτάξτε προς τα κάτω, κοντά στο κάτω μέρος του παραθύρου διαλόγου σταθμών, για τρία πλήκτρα με σύμβολα πάνω τους που μοιάζουν με σταγονόμετρα (τουλάχιστον, έτσι υποτίθεται ότι πρέπει να μοιάζουν). Αυτό στα αριστερά, εάν τοποθετήσετε το ποντίκι πάνω του, δείχνει ότι η λειτουργία του είναι «Επιλογή μαύρου σημείου». Πατήστε σε αυτό, στη συνέχεια πατήστε σε ένα σημείο στην εικόνα που θα έπρεπε να είναι μαύρο - πραγματικά τέλεια μαύρο, όχι απλώς κάπως σκοτεινό–και παρακολουθήστε την εικόνα να αλλάζει. Στη συνέχεια, πατήστε στο δεξιότερο από τα τρία πλήκτρα ( «Επιλογή λευκού σημείου» ) και, στη συνέχεια, πατήστε σε ένα σημείο στην εικόνα που θα έπρεπε να είναι λευκό και παρακολουθήστε για άλλη μια φορά την εικόνα να αλλάζει. Εάν είστε ικανοποιημένοι με το αποτέλεσμα, πατήστε στο πλήκτρο , διαφορετικά .
Αυτές είναι οι αυτόματες ρυθμίσεις χρωμάτων: εάν διαπιστώσετε ότι καμία από αυτές δεν κάνει τη δουλειά για εσάς, ήρθε η ώρα να δοκιμάσετε ένα από τα διαδραστικά εργαλεία χρωμάτων. Όλα αυτά, εκτός από ένα, είναι προσβάσιμα μέσω της επιλογής → στο κύριο μενού.
Το πιο απλό εργαλείο για να χρησιμοποιήσετε είναι το εργαλείο Φωτεινότητα ()-Αντίθεση. Είναι επίσης το λιγότερο ισχυρό, αλλά σε πολλές περιπτώσεις αρκετό. Αυτό το εργαλείο είναι συχνά χρήσιμο για εικόνες που υπερεκτίθενται ή υποεκτίθενται· δεν είναι χρήσιμο για χρωματική διόρθωση. Το εργαλείο σας δίνει δύο ρυθμιστικά για να ρυθμίσετε την «Φωτεινότητα (Brightness)» και την «Αντίθεση». Εάν έχετε την επιλογή «Προεπισκόπηση» σημειωμένη (και είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα πρέπει), θα δείτε τις ρυθμίσεις που αντανακλώνται στην εικόνα. Όταν είστε ικανοποιημένοι, πατήστε για να ολοκληρωθεί. Εάν δεν σας αρέσει το αποτέλεσμα, τότε πατήστε και η εικόνα θα επανέλθει στην προηγούμενη της κατάσταση.
Μια πιο εξελιγμένη και λίγο πιο δύσκολη μέθοδος είναι για διόρθωση προβλημάτων έκθεσης είναι η χρήση του εργαλείου στάθμες. Ο διάλογος για αυτό το εργαλείο φαίνεται πολύ περίπλοκος, αλλά για τη βασική χρήση το μόνο μέρος που χρειάζεται να ασχοληθείτε είναι η περιοχή «Στάθμες εισόδου», και ειδικά οι τρεις τριγωνικοί ολισθητές που φαίνονται κάτω από το ιστόγραμμα. Σας παραπέμπουμε στο Βοήθεια εργαλείου σταθμών για οδηγίες, αλλά ο πιο απλός τρόπος για εκμάθηση της χρήσης είναι πειραματιζόμενοι μετακινώντας τους τρεις ολισθητές και παρακολουθώντας την επίδραση στην εικόνα. (Βεβαιωθείτε ότι η «Προεπισκόπηση» στο τέλος του διαλόγου είναι επιλεγμένη.)
Ένας πολύ ισχυρός τρόπος διόρθωσης προβλημάτων έκθεσης είναι η χρήση του εργαλείου Καμπύλες. Αυτό το εργαλείο σας επιτρέπει να πατήσετε και να σύρετε τα σημεία ελέγχου σε μια καμπύλη, για να δημιουργήσετε μια συνάρτηση που συσχετίζει τις στάθμες εισόδου της φωτεινότητας με τις στάθμες εξόδου της φωτεινότητας. Το εργαλείο καμπυλών μπορεί να αναπαράγει τα ίδια αποτελέσματα που μπορείτε να πετύχετε με τα εργαλεία φωτεινότητας/αντίθεσης ή το εργαλείο σταθμών, έτσι είναι πιο ισχυρό από τα άλλα δύο. Για λεπτομερείς οδηγίες σας παραπέμπουμε πάλι στο Βοήθεια για το εργαλείο καμπύλες, αλλά ο πιο απλός τρόπος εκμάθησης της χρήσης είναι πειραματιζόμενοι.
Η πιο ισχυρή προσέγγιση για ρύθμιση φωτεινότητας και αντίθεσης, για πιο προχωρημένους χρήστες του GIMP, είναι η δημιουργία μιας νέας στρώσης πάνω από τη στρώση που δουλεύεται και έπειτα στο διάλογο στρώσεων ορίστε την κατάσταση για την ανώτερη στρώση σε «Πολλαπλασιασμό». Η νέα στρώση χρησιμεύει ως στρώση «ρυθμιστής κέρδους» για την από κάτω στρώση, με το λευκό να αποδίδει μέγιστο κέρδος και το μαύρο μηδέν. Έτσι, βάφοντας στη νέα στρώση, μπορείτε επιλεκτικά να ρυθμίσετε το κέρδος για κάθε περιοχή της εικόνας που σας δίνει πολύ λεπτό έλεγχο. Θα πρέπει να προσπαθήσετε να βάψετε μόνο με ομαλές διαβαθμίσεις, επειδή απότομες αλλαγές στο κέρδος θα οδηγήσουν σε λανθασμένα άκρα στο αποτέλεσμα. Βάψτε χρησιμοποιώντας μόνο αποχρώσεις του γκρι, όχι χρώματα, εκτός και θέλετε να παράξετε χρωματικές μεταπτώσεις στην εικόνα.
Στην πραγματικότητα, ο «Πολλαπλασιασμός» δεν είναι η μόνη κατάσταση που είναι χρήσιμη για τον έλεγχο κέρδους. Η κατάσταση «Πολλαπλασιασμός» μπορεί μόνο να σκοτεινιάσει τμήματα της εικόνας και ποτέ να τα φωτίσει, έτσι, είναι μόνο χρήσιμος, όπου τμήματα της εικόνας είναι υπερεκτεθειμένα. Χρησιμοποιώντας την κατάσταση «Διαίρεση» έχουμε το αντίθετο αποτέλεσμα: μπορεί να φωτίσει περιοχές της εικόνας, αλλά όχι να τις σκοτεινιάσει. Να ένα χρήσιμο κόλπο που είναι συχνά χρήσιμο για την εμφάνιση του μέγιστου ποσοστού λεπτομερειών σε όλες τις περιοχές μιας εικόνας:
Διπλασιάστε τη στρώση (δημιουργώντας μια νέα στρώση από πάνω της).
Αποκορεσμός της νέας στρώσης.
Εφαρμόστε θόλωση Gauss στο αποτέλεσμα, με μια μεγάλη ακτίνα (100 ή περισσότερο).
Ορίστε ως κατάσταση στο διάλογο στρώσεων διαίρεση.
Ελέγξτε το ποσοστό διόρθωσης ρυθμίζοντας την αδιαφάνεια στο διάλογο στρώσεων ή χρησιμοποιώντας τα εργαλεία φωτεινότητας/αντίθεσης, σταθμών ή καμπυλών στη νέα στρώση.
Όταν είσαστε ικανοποιημένοι με το αποτέλεσμα, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε για να συνδυάσετε τη στρώση ελέγχου και την αρχική στρώση σε μία στρώση.
Πέρα από «Πολλαπλασιασμό» και «Διαίρεση», μπορείτε με άλλους συνδυασμούς καταστάσεων να πάρετε χρήσιμα αποτελέσματα όπως «Ξάνοιγμα», «Σκοτείνιασμα», ή «Απαλό φως». Είναι απλό, αλλά αν ξεκινήσετε παίζοντας, μπορείτε να ξοδέψετε πολύ χρόνο με τις παραμέτρους. Όσο περισσότερες επιλογές υπάρχουν, τόσο πιο δύσκολη η απόφαση.
Σύμφωνα με την εμπειρία μας, εάν η εικόνα σας, έχει μια χρωματική απόχρωση —υπερβολικό κόκκινο ή γαλάζιο κλ.π.— ο πιο απλός τρόπος να το διορθώσετε είναι χρησιμοποιώντας το εργαλείο Στάθμες, ρυθμίζοντας ατομικά τις στάθμες στο κόκκινο, πράσινο και γαλάζιο κανάλι. Εάν αυτό δε δουλέψει, προσπαθήστε με τα εργαλεία Ισορροπία χρωμάτων ή Καμπύλες, αλλά αυτά είναι πιο δύσκολο να χρησιμοποιηθούν αποτελεσματικά. (Ωστόσο, είναι πολύ καλά για τη δημιουργία ορισμένων τύπων ειδικών εφέ.)
Μερικές φορές είναι δύσκολο να καταλάβετε εάν έχετε προσαρμόσει επαρκώς τα χρώματα. Μια καλή, αντικειμενική τεχνική είναι να βρείτε ένα σημείο στην εικόνα που γνωρίζετε ότι πρέπει να είναι είτε λευκό, είτε σε μια απόχρωση του γκρι. Ενεργοποιήστε το εργαλείο Επιλογή χρώματος (το σύμβολο σταγονόμετρου στην εργαλειοθήκη) και πατήστε με το πλήκτρο Shift στο προαναφερθέν σημείο: αυτό εμφανίζει το παράθυρο διαλόγου επιλογέαες χρώματος. Εάν τα χρώματα έχουν ρυθμιστεί σωστά, τότε τα κόκκινα, πράσινα και γαλάζια στοιχεία του αναφερόμενου χρώματος θα πρέπει να είναι όλα ίσα. Εάν όχι, τότε θα πρέπει να δείτε τι είδους προσαρμογή πρέπει να κάνετε. Αυτή η τεχνική, όταν χρησιμοποιείται σωστά, επιτρέπει ακόμη και σε άτομα με αχρωματοψία να διορθώσουν τα χρώματα μιας εικόνας.
Εάν η εικόνα σας είναι ξεπλυμένη —που συμβαίνει εύκολα όταν φωτογραφίζεται σε λαμπρό φως— δοκιμάστε το εργαλείο Απόχρωση/Κορεσμός που σας δίνει τρία ρυθμιστικά να χειριστείτε, για απόχρωση, σχετική φωτεινότητα (Lightness) και κορεσμό. Αύξηση του κορεσμού θα κάνει την εικόνα να φαίνεται καλύτερα. Σε κάποιες περιπτώσεις είναι χρήσιμο να ρυθμίσετε ταυτόχρονα τη σχετική φωτεινότητα. Η («Σχετική φωτεινότητα (Lightness)» εδώ είναι παρόμοια με τη «Φωτεινότητα (Brightness)» στο εργαλείο Φωτεινότητα/Αντίθεση, εκτός από το ότι σχηματίζονται από διαφορετικούς συνδυασμούς των κόκκινων, πράσινων και γαλάζιων καναλιών.) Το εργαλείο Απόχρωση/Κορεσμός σας δίνει την επιλογή της ρύθμισης περιορισμένων χρωματικών υποπεριοχών (χρησιμοποιώντας τα πλήκτρα στην κορυφή του διαλόγου), αλλά εάν θέλετε να πάρετε χρώματα που φαίνονται φυσικά, στις περισσότερες περιπτώσεις θα πρέπει να το αποφεύγετε.
|
Υπόδειξη |
|---|---|
|
Ακόμα κι αν μια εικόνα δεν φαίνεται ξεπλυμένη, συχνά μπορείτε να αυξήσετε την απήχηση της αυξάνοντας λίγο τον κορεσμό. Βετεράνοι της εποχής των ταινιών αποκαλούν αυτό το τέχνασμα «φουτζιοποίηση», κατά το φιλμ Fujichrome, που είναι περιβόητο για την παραγωγή υψηλά κορεσμένων εκτυπώσεων. |
Όταν φωτογραφίζετε σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού, σε μερικές περιπτώσεις έχετε το αντίθετο πρόβλημα: υπερβολικός κορεσμός. Σ' αυτή την περίπτωση επίσης το εργαλείο απόχρωσης/κορεσμού είναι κατάλληλο για μείωση του κορεσμού αντί για αύξηση του.
Εάν η εστίαση στην κάμερα δεν έχει οριστεί τέλεια ή η κάμερα μετακινείται όταν παίρνεται η φωτογραφία, το αποτέλεσμα είναι θολή εικόνα. Εάν υπάρχει πολλή θόλωση δεν θα μπορείτε να κάνετε πολλά με οποιαδήποτε τεχνική, αλλά εάν είναι μέτρια, θα μπορείτε να βελτιώσετε την εικόνα.
Η πιο γενικά χρήσιμη τεχνική για την ευκρίνεια μιας θολής εικόνας ονομάζεται Όξυνση (Μάσκα απόξυνσης). Παρά το μάλλον περίπλοκο όνομα, το οποίο προέρχεται από την προέλευσή της ως τεχνική που χρησιμοποιείται από τους δημιουργούς ταινιών, το αποτέλεσμα είναι να κάνει την εικόνα πιο ευκρινή, όχι «δυσδιάκριτη». Είναι ένα πρόσθετο και μπορείτε να αποκτήσετε πρόσβαση σε αυτό μέσω των → → στο κύριο μενού. Υπάρχουν δύο παράμετροι, «Ακτίνα» και «Ποσότητα». Οι προεπιλεγμένες τιμές λειτουργούν συχνά αρκετά καλά, επομένως θα πρέπει πρώτα να τις δοκιμάσετε. Η αύξηση είτε της ακτίνας, είτε της ποσότητας αυξάνει την ισχύ του εφέ. Μην παρασυρθείτε, ωστόσο: εάν κάνετε την μάσκα απόξυνσης πολύ έντονη, θα ενισχύσει τον θόρυβο στην εικόνα και θα δημιουργήσει επίσης ορατά παράσιτα όπου υπάρχουν αιχμηρές άκρες.
|
Υπόδειξη |
|---|---|
|
Μερικές φορές χρησιμοποιώντας την Όξυνση (Απόξυνση μάσκας) μπορεί να προκαλέσει χρωματική παραμόρφωση, όπου υπάρχουν ισχυρές αντιθέσεις στην εικόνα. Όταν αυτό συμβαίνει, μπορείτε συχνά να πάρετε καλύτερα αποτελέσματα αποσυνθέτοντας την εικόνα σε ξεχωριστές στρώσεις απόχρωσης-κορεσμού-τιμής (HSV) και εκτελώντας Όξυνση (Απόξυνση μάσκας) μόνο στη στρώση τιμής και ανασυνθέτοντας έπειτα. Αυτό δουλεύει επειδή το ανθρώπινο μάτι έχει πολύ πιο λεπτή ανάλυση για τη φωτεινότητα (brightness) παρά για το χρώμα. Δείτε τις ενότητες Αποσύνθεση και Σύνθεση για περισσότερες πληροφορίες. |
Σε μερικές περιπτώσεις, μπορείτε να πάρετε χρήσιμα αποτελέσματα οξύνοντας επιλεκτικά ειδικά τμήματα μιας εικόνας χρησιμοποιώντας το εργαλείο της εργαλειοθήκης Θόλωση/Όξυνση στην κατάσταση "Όξυνση". Αυτό σας επιτρέπει να αυξήσετε την οξύτητα σε περιοχές βάφοντας επάνω τους με οποιοδήποτε πινέλο. Θα πρέπει να συγκρατηθείτε γιατί αλλιώς τα αποτελέσματα δεν θα φαίνονται πολύ φυσικά: η όξυνση αυξάνει την φαινομενική οξύτητα των ακμών, αλλά ενισχύει και το θόρυβο.
Εάν φωτογραφίζετε σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού ή με πολύ γρήγορο χρόνο έκθεσης, η κάμερα δεν παίρνει αρκετά δεδομένα για να κάνει σωστές εκτιμήσεις του πραγματικού χρώματος κάθε εικονοστοιχείου και συνεπώς η προκύπτουσα εικόνα φαίνεται κοκκώδης. Μπορείτε να «εξομαλύνετε» το κοκκώδες θολώνοντας την εικόνα, αλλά τότε θα χάσετε επίσης οξύτητα. Όταν τραβάτε φωτογραφίες σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού ή με πολύ γρήγορο χρόνο έκθεσης, η κάμερα δεν λαμβάνει αρκετά δεδομένα για να κάνει καλές εκτιμήσεις του πραγματικού χρώματος σε κάθε pixel και, κατά συνέπεια, η εικόνα που προκύπτει φαίνεται κοκκώδης. Μπορείτε να «εξομαλύνετε» την κοκκώδη όψη θολώνοντάς την, αλλά στη συνέχεια θα χάσετε και την ευκρίνειά της. Υπάρχουν μερικές προσεγγίσεις που μπορεί να δώσουν καλύτερα αποτελέσματα. Πιθανώς η καλύτερη, εάν η κοκκώδης όψη δεν είναι πολύ κακή, είναι να χρησιμοποιήσετε το φίλτρο που ονομάζεται Επιλεκτική θόλωση Γκάους, ορίζοντας την ακτίνα θόλωσης σε 1 ή 2 εικονοστοιχεία. Η άλλη προσέγγιση είναι να χρησιμοποιήσετε το φίλτρο Αποκηλίδωσης. Αυτό έχει μια ωραία προεπισκόπηση, ώστε να μπορείτε να παίξετε με τις ρυθμίσεις και να προσπαθήσετε να βρείτε μερικές που δίνουν καλά αποτελέσματα. Όταν η κοκκώδης όψη είναι πραγματικά κακή, όμως, είναι συχνά πολύ δύσκολο να διορθωθεί με οτιδήποτε άλλο εκτός από ηρωικά μέτρα (δηλαδή, επεξεργασία με εργαλεία βαφής).
Κατά καιρούς αντιμετωπίζετε το αντίθετο πρόβλημα: μια εικόνα είναι υπερβολικά καθαρή. Η λύση είναι να την θολώσετε λίγο: ευτυχώς, το θάμπωμα μιας εικόνας είναι πολύ πιο εύκολο από το να την κάνετε πιο ευκρινή. Δεδομένου ότι πιθανότατα δεν θέλετε να την θολώσετε πολύ, η απλούστερη μέθοδος είναι να χρησιμοποιήσετε ένα από τα φίλτρα «Θόλωσης», στο οποίο έχετε πρόσβαση μέσω του → από το κύριο μενού. Αυτό θα μαλακώσει λίγο την εστίαση της εικόνας. Εάν θέλετε περισσότερη απαλότητα, απλώς επαναλάβετε μέχρι να έχετε το αποτέλεσμα που επιθυμείτε.
Υπάρχουν δύο είδη αντικειμένων που ίσως θέλετε να διώξετε από μια εικόνα: πρώτο, παράσιτα προκαλούμενα από σκουπίδια όπως σκόνη ή τρίχες στο φακό· δεύτερο, αντικείμενα που ήταν πραγματικά παρόντα, αλλά βλάπτουν την ποιότητα της εικόνας, όπως ένα σύρμα που διατρέχει την άκρη ενός όμορφου τοπίου.
Ένα καλό εργαλείο για την αφαίρεση σκόνης και άλλων τύπων βρωμιάς φακών είναι το φίλτρο αποκηλίδωση, στο οποίο έχετε πρόσβαση μέσω του → → από το κύριο μενού. Πολύ σημαντικό: για να χρησιμοποιήσετε αυτό το φίλτρο αποτελεσματικά, πρέπει να ξεκινήσετε κάνοντας μια μικρή επιλογή που περιέχει το παράσιτο και μια μικρή περιοχή γύρω του. Η επιλογή πρέπει να είναι αρκετά μικρή ώστε τα εικονοστοιχεία του παράσιτου να διακρίνονται στατιστικά από τα άλλα εικονοστοιχεία μέσα στην επιλογή. Εάν προσπαθήσετε να εκτελέσετε την αποκηλίδωση σε ολόκληρη την εικόνα, σχεδόν ποτέ δεν θα βρείτε κάτι χρήσιμο. Μόλις δημιουργήσετε μια λογική επιλογή, ενεργοποιήστε την αποκηλίδωση και παρακολουθήστε την προεπισκόπηση καθώς προσαρμόζετε τις παραμέτρους. Εάν είστε τυχεροί, θα μπορείτε να βρείτε μια ρύθμιση που αφαιρεί τα άχρηστα αντικείμενα ενώ επηρεάζει ελάχιστα την περιοχή γύρω από αυτά. Όσο περισσότερο ξεχωρίζουν τα άχρηστα αντικείμενα από την περιοχή γύρω τους, τόσο καλύτερα είναι πιθανό να είναι τα αποτελέσματά σας. Εάν δεν λειτουργεί για εσάς, ίσως αξίζει να ακυρώσετε το φίλτρο, να δημιουργήσετε μια διαφορετική επιλογή και, στη συνέχεια, να προσπαθήσετε ξανά.
Εάν έχετε περισσότερα από ένα παράσιτα στην εικόνα, είναι απαραίτητο να αποκηλιδώσετε το καθένα ξεχωριστά.
Η πιο χρήσιμη μέθοδος για την αφαίρεση ανεπιθύμητης «ακαταστασίας» από μια εικόνα είναι το εργαλείο Κλωνοποίηση
, το οποίο σας επιτρέπει να βάψετε πάνω από ένα μέρος μιας εικόνας χρησιμοποιώντας δεδομένα εικονοστοιχείων που έχουν ληφθεί από ένα άλλο μέρος (ή ακόμα και από μια διαφορετική εικόνα). Το κόλπο για την αποτελεσματική χρήση του εργαλείου κλωνοποίησης είναι να μπορείτε να βρείτε ένα διαφορετικό μέρος της εικόνας που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να «αντιγράψετε» το ανεπιθύμητο μέρος: εάν η περιοχή που περιβάλλει το ανεπιθύμητο αντικείμενο είναι πολύ διαφορετική από την υπόλοιπη εικόνα, δεν θα έχετε πολλή τύχη. Για παράδειγμα, εάν έχετε μια όμορφη σκηνή στην παραλία, με έναν άσχημο άνθρωπο να περπατάει στην παραλία και τον οποίο θα θέλατε να τηλεμεταφέρετε μακριά, πιθανότατα θα μπορείτε να βρείτε ένα άδειο μέρος της παραλίας που μοιάζει με το μέρος που διασχίζει και να το χρησιμοποιήσετε για να τον κλωνοποιήσετε. Είναι αρκετά εκπληκτικό το πόσο φυσικά μπορούν να φαίνονται τα αποτελέσματα όταν αυτή η τεχνική λειτουργεί καλά.
Συμβουλευτείτε τη Βοήθεια για το εργαλείο κλωνοποίησης για πιο λεπτομερείς πληροφορίες. Η κλωνοποίηση είναι σαν την επιστήμη, όσο περισσότερο εξασκείστε, τόσο πιο καλά θα πάτε. Στην αρχή μπορεί να φαίνεται αδύνατο να παράγετε οτιδήποτε πέρα από άσχημες μουντζαλιές, αλλά η επιμονή θα σας το ξεπληρώσει.
Ένα άλλο εργαλείο που μοιάζει με το εργαλείο κλωνοποίησης, αλλά πιο έξυπνο, είναι το Εργαλείο επούλωσης που επίσης παίρνει υπόψη του την περιοχή γύρω από τον προορισμό όταν κλωνοποιεί. Μια τυπική χρήση είναι η απομάκρυνση ρυτίδων και άλλων μικρότερων σφαλμάτων στις εικόνες.
Σε μερικές περιπτώσεις μπορείτε να πάρετε καλά αποτελέσματα, αποκόβοντας απλώς το ανεπιθύμητο αντικείμενο από την εικόνα και χρησιμοποιώντας μετά ένα πρόσθετο που λέγεται «Ανασύνθεση» για να γεμίσει το κενό. Αυτό το πρόσθετο δεν συμπεριλαμβάνεται στην κυρίως διανομή του GIMP, αλλά μπορείτε να το κατεβάσετε από τον ιστότοπο του συγγραφέα [ΠΡΟΣΘΕΤΟ-ΑΝΑΣΥΝΘΕΣΗΣ]. Όπως με πολλά πράγματα, το πλεονέκτημα μπορεί να διαφέρει.
Όταν φωτογραφίζετε με φλας κάποιον που κοιτά κατευθείαν προς την κάμερα, η ίριδα του ματιού μπορεί να επιστρέψει το φως του φλας πίσω προς την κάμερα με τέτοιο τρόπο που να κάνει το μάτι να φαίνεται κοκκινωπό: αυτό το αποτέλεσμα λέγεται «κόκκινο μάτι» και δείχνει πολύ παράξενο. Πολλές σύγχρονες κάμερες έχουν ειδικές καταστάσεις φλας για μείωση του κόκκινου ματιού, αλλά λειτουργούν εάν τις χρησιμοποιήσετε και ακόμα τότε δεν δουλεύουν πάντα τέλεια. Το ίδιο αποτέλεσμα συμβαίνει και με τα ζώα, αλλά τα μάτια μπορεί να φαίνονται και με άλλα χρώματα όπως το πράσινο.
Το GIMP παρέχει ένα ειδικό φίλτρο Αφαίρεσης κόκκινου ματιού. Επιλέξτε με ένα από τα εργαλεία επιλογής το κόκκινο μέρος του ματιού και έπειτα επιλέξτε το φίλτρο «Αφαίρεση κόκκινου ματιού». Ίσως θα πρέπει να παίξετε λίγο με το ρυθμιστικό κατωφλίου για να πάρετε το σωστό χρώμα.
Σε τι μορφή αρχείου θα πρέπει να αποθηκεύσετε τα αποτελέσματα της δουλειάς σας και θα πρέπει να αλλάξετε μέγεθος; Οι απαντήσεις εξαρτώνται από τη χρήση της εικόνας.
Αν πρόκειται να ανοίξετε την εικόνα ξανά στο GIMP για παραπέρα επεξεργασία, θα πρέπει να την αποθηκεύσετε στον εγγενή τύπο του XCF του GIMP (π.χ., ονομάστε την κάτι.xcf), επειδή αυτή είναι η μόνη μορφή που εγγυάται διατήρηση όλων των πληροφοριών της εικόνας.
If you intend to print the image on paper, you should avoid shrinking the image, except by cropping it. The reason is that printers are capable of achieving much higher resolutions than video monitors — 600 to 1400 dpi («dots per inch», the physical density) for typical printers, as compared to 72 to 100 pixels per inch for monitors. A 3000×5000-pixel image looks huge on a monitor, but it only comes to about 5 inches by 8 inches on paper at 600 ppi. There is usually no good reason to expand the image either: you can't increase the true resolution that way, and it can always be scaled up at the time it is printed. As for the file format, it will usually be fine to use JPEG at a quality level of 75 to 85. In rare cases, where there are large swaths of nearly uniform color, you may need to set the quality level even higher or use a lossless format such as TIFF instead.
Εάν σκοπεύετε να εμφανίσετε την εικόνα σε οθόνη ή να την προβάλετε σε βιντεοπροβολέα, να θυμάστε τις πιο υψηλές αναλύσεις οθόνης για τα πιο κοινά διαθέσιμα συστήματα . Δεν κερδίζετε τίποτα κρατώντας την εικόνα πιο μεγάλη από αυτές τις αναλύσεις. Για αυτό το σκοπό, η μορφή JPEG είναι σχεδόν πάντοτε η ορθή επιλογή.
Εάν θέλετε να βάλετε την εικόνα σε ιστοσελίδα ή να την στείλετε ηλεκτρονικά, είναι καλή ιδέα να προσπαθήσετε να κρατήσετε το μέγεθος του αρχείου όσο πιο μικρό γίνεται. Πρώτα, σμικρύνετε την εικόνα στο πιο μικρό μέγεθος που μπορείτε να δείτε τις σχετικές λεπτομέρειες (να θυμάστε ότι άλλα άτομα μπορεί να έχουν διαφορετικά μεγέθη οθόνης και/ή διαφορετικές ρυθμίσεις ανάλυσης οθόνης). Δεύτερο, αποθηκεύστε την εικόνα ως αρχείο JPEG. Στον διάλογο αποθήκευσης JPEG, επιλέξτε «Προεπισκόπηση στο παράθυρο εικόνας» και έπειτα ρυθμίστε το ρυθμιστικό ποιότητας στο πιο χαμηλό επίπεδο που σας δίνει αποδεκτή ποιότητα εικόνας. (Θα δείτε στην εικόνα τα αποτελέσματα κάθε αλλαγής.) Βεβαιωθείτε ότι εικόνα εστιάζεται στο 1:1, ενώ κάνετε αυτό, ώστε να μην παρασυρθείτε από τα αποτελέσματα της εστίασης.
Δείτε την ενότητα Τύποι αρχείων για περισσότερες πληροφορίες.
Εκτυπώνετε φωτογραφίες από το κύριο μενού μέσα από → . Ωστόσο, είναι πολύ χρήσιμο να έχετε κατά νου ορισμένες στοιχειώδεις έννοιες για να αποτρέψετε δυσάρεστες εκπλήξεις κατά την εξέταση του αποτελέσματος, ή για να τις διορθώσετε εάν προκύψουν. Πρέπει πάντα να θυμάστε:
ότι η εμφανιζόμενη εικόνα στην οθόνη είναι σε κατάσταση RGB και η εκτύπωση θα είναι σε κατάσταση CMYK· άρα τα χρωματικά χαρακτηριστικά που παίρνετε στο τυπωμένο χαρτί δεν θα είναι ακριβώς αυτά που περιμένετε. Αυτό εξαρτάται από το χρησιμοποιούμενο χάρτη αντιστοίχισης. Για τους πιο περίεργους επιπρόσθετες εξηγήσεις υπάρχουν στους πιο κάτω χρήσιμους συνδέσμους της Wikipedia:
ICC-Profile [WKPD-ICC]
CMYK [WKPD-CMYK]
Gamut [WKPD-ΦΑΣΜΑ]
η ανάλυση της οθόνης είναι μεταξύ 75 και 100 dpi· η ανάλυση ενός εκτυπωτή είναι περίπου 10x υψηλότερη (ή περισσότερο) από την ανάλυση της οθόνης· το μέγεθος της εκτυπωμένης εικόνας εξαρτάται από τα διαθέσιμα εικονοστοιχεία και την ανάλυση· έτσι το τρέχον εκτυπωμένο μέγεθος δεν αντιστοιχεί αναγκαία ούτε στην εμφανιζόμενη οθόνη, ούτε στο διαθέσιμο μέγεθος χαρτιού.
Συνεπώς, πριν οποιαδήποτε εκτύπωση πρέπει να πάτε στο: → και να επιλέξετε ένα κατάλληλο μέγεθος εξόδου στο πλαίσιο «Μέγεθος εκτύπωσης» ρυθμίζοντας είτε τα μεγέθη, είτε την ανάλυση. Το σύμβολο
δείχνει ότι και οι δυο τιμές είναι συνδεμένες. Μπορείτε να αποσυνδέσετε την x και y ανάλυση πατώντας σε αυτό το σύμβολο εικονίδιο, αλλά είναι επικίνδυνο. Μόνο ορισμένοι εκτυπωτές υποστηρίζουν διαφορετικές αναλύσεις X έναντι Y.
Τελευταία σύσταση: Ελέγξτε τα περιθώρια σας και το κεντράρισμα. Θα είναι κρίμα, εάν υπερβολικά μεγάλα περιθώρια αποκόβουν μέρη της εικόνας σας, ή εάν ακατάλληλο κεντράρισμα καταστρέψει τη δουλειά σας, ειδικά εάν χρησιμοποιείτε ειδικό φωτογραφικό χαρτί.
Στις ψηφιακές φωτογραφικές μηχανές, όταν τραβάτε μια φωτογραφία, προσθέτουν πληροφορίες στην εικόνα σας σχετικά με τις ρυθμίσεις της κάμερας και τις συνθήκες υπό τις οποίες τραβήχτηκε η φωτογραφία. Αυτά τα λεγόμενα μεταδεδομένα περιλαμβάνονται στα περισσότερα αρχεία εικόνας σε δομημένη μορφή που ονομάζεται EXIF.
Το GIMP αποθηκεύει όλα τα μεταδεδομένα που μπορεί να χειριστεί κατά τη φόρτωση μιας εικόνας. Κατά την εξαγωγή της εικόνας σας, μπορείτε να επιλέξετε τους τύπους μεταδεδομένων που θέλετε να συμπεριληφθούν. Δεν υποστηρίζουν όλες οι μορφές αρχείων όλους τους τύπους μεταδεδομένων. Για τα αρχεία JPEG, τα μεταδεδομένα EXIF θα συμπεριληφθούν εάν είναι ενεργοποιημένα στο παράθυρο διαλόγου εξαγωγής. Εκτός από τις τιμές που εξαρτώνται άμεσα από τις αλλαγές που κάνατε στην εικόνα σας (π.χ. διαστάσεις), οι περισσότερες τιμές θα αποθηκευτούν αμετάβλητες από τη φόρτωση της εικόνας.
Εάν θέλετε να δείτε τα περιεχόμενα των μεταδεδομένων EXIF, XMP και IPTC, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε το πρόσθετο Προβολή μεταδεδομένων. Μπορείτε να το προσπελάσετε μέσα από το κύριο μενού → → .